Ο Τρυποφράχτης

Ο τρυποφράχτης είχε τη φωλιά του στο υπόστεγο του αυτοκινήτου.
Μια φορά οι γονείς πέταξαν — ήθελαν να βρουν κάτι να ταΐσουν τα
παιδιά τους — και άφησαν τα μικρά ολομόναχα.

Μετά από λίγο, ο Πατέρας Τρυποφράχτης επιστρέφει στο σπίτι.

“Τι συνέβη εδώ;” τους ρωτάει. “Ποιός σας πείραξε, παιδιά μου;
Είστε όλα τρομαγμένα!”

“Ω, Μπαμπά,” είπαν, “κάποιο μεγάλο τέρας πέρασε από εδώ
μόλις τώρα. Φάνηκε τόσο αγριεμένο και φρικτό!
Κοίταξε καταπρόσωπα μέσα στη φωλιά μας με τα μεγάλα του
μάτια. Αυτό μας τρόμαξε πάρα πολύ!”

“Κατάλαβα”, είπε ο Πατέρας Τρυποφράχτης, “πού πήγε;”

“Να, “ απάντησαν, “έφυγε προς τα εκεί.”

“Περιμένετε!”, είπε ο Πατέρας Τρυποφράχτης, “Θα τον
κυνηγήσω. Μην ανησυχείτε τώρα, παιδιά. Θα τον βρω.”
Και αμέσως πετάει προς την κατεύθυνση αυτή.

Όταν φτάνει στη στροφή, είναι το λιοντάρι που περπατάει
εκεί πέρα.

Αλλά ο τρυποφράχτης δεν φοβάται. Προσγειώνεται στη ράχη του
λιονταριού και αρχίζει να το μαλώνει. “Ποιά είναι η δουλειά σου να
έρχεσαι στο σπίτι μου,” του λέει, “και να τρομάζεις τα παιδιά μου;!”

Το λιοντάρι δε δίνει σημασία και συνεχίζει να περπατάει.

Αυτό κάνει το μικρό τρυποφράχτη να τον κατσαδιάζει πιο άγρια. “Δεν
έχεις καμιά δουλειά να είσαι εκεί, σου λέω! Και αν ξανα έρθεις,”
του λέει, “ε, τότε θα δούμε! Δε θέλω να το κάνω,“ λέει και αμέσως
σηκώνει ένα από τα πόδια του, “αλλά θα σου σπάσω τη πλάτη με το
πόδι μου σε μια στιγμή!”

Μονο μιάς πετάει πίσω στη φωλιά.

“Αυτό ήταν, παιδιά, “ του λέει, “του έμαθα το μάθημά του.
Δεν θα ξαναέρθει.”

Ο Τρυποφράχτης

Αν έχετε σχόλια για τη μετάφραση αυτή, παρακαλώ κάντε τα.
Είναι για καλό σκοπό, τη διάδοση της γλώσσας “low saxon”.